καπέλο


καπέλο
[капэлло] ουσ. о. шляпа, шапка.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καπέλο" в других словарях:

  • καπέλο — το (λ. ιταλ.) 1. κάλυμμα του κεφαλιού: Δε φορούσε καπέλο, όταν τον είδα. 2. σκέπασμα καπνοδόχου: Τραβάει το τζάκι, γιατί έχει καπέλο το φουγάρο του. 3. παράνομη επιβάρυνση της αξίας εμπορεύματος: Η τιμή των ψαριών ήταν 20 ευρώ, αλλά τα αγόρασε 22 …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καπέλο — το 1. κάλυμμα τού κεφαλιού, πίλος 2. αύξηση τής τιμής προϊόντος πέρα από το νόμιμο για κερδοσκοπία 3. φρ. «τού βγάζω το καπέλο» τόν αναγνωρίζω ως καλύτερο, τόν σέβομαι και τόν εκτιμώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. capello] …   Dictionary of Greek

  • Καπέλο, Μπιάνκα — (Bianca Cappello ή Capello, 1548 – 1587). Μεγάλη δούκισσα της Τοσκάνης, που καταγόταν από τη βενετική οικογένεια Γκριμάνι Καπέλο. Ήταν πνευματώδης και γοητευτική, έζησε περιπετειώδη ζωή και κατέστρωσε πολλές ραδιουργίες. Σε πολύ νεαρή ηλικία… …   Dictionary of Greek

  • καπελώνω — [καπέλο] 1. καλύπτω το κεφάλι κάποιου με καπέλο 2. χτυπώ στο κεφάλι κάποιον που φορά καπέλο 3. αποσιωπώ, αποκρύπτω 4. επιβάλλω τη γνώμη μου 5. κηδεμονεύω …   Dictionary of Greek

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • Λαμπίς, Εζέν — (Eugène Marin Labiche, Παρίσι 1815 – 1888). Γάλλος θεατρικός συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Καταγόταν από οικογένεια Παρισινών εμπόρων και σπούδασε στο κολέγιο Μπουρμπόν. Όταν αποφοίτησε, πραγματοποίησε το πατροπαράδοτο φοιτητικό ταξίδι της εποχής,… …   Dictionary of Greek

  • διευθυντήριο — (γαλλ. Directoire). Συνταγματικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε στην επαναστατική Γαλλία τον Οκτώβριο του 1795, με το σύνταγμα του επαναστατικού έτους ΙΙΙ, και διατηρήθηκε έως τον Νοέμβριο του 1799. Στην πραγματικότητα το Δ. ήταν ένας από τους… …   Dictionary of Greek

  • καπέλωμα — το [καπελώνω] 1. η κάλυψη με καπέλο 2. το χτύπημα στο κεφάλι κάποιου που φοράει καπέλο 3. η αποσιώπηση, η απόκρυψη 4. η επιβολή γνώμης 5. (στην πολιτική) η κηδεμόνευση («θέλει να καπελώσει όλες τις οργανώσεις») …   Dictionary of Greek

  • καπελιά — η [καπέλο] 1. χτύπημα με την παλάμη στο κεφάλι κάποιου που φοράει καπέλο 2. φρ. «παίζουν τις καπελιές μεταξύ τους» είναι πολύ οικείοι …   Dictionary of Greek